ἔκλογος

ἔκλογ-ος (A), ,
A tale, A.Fr.219.
II balance of accounts, PLond.1.131.6 (i A.D.), etc.
------------------------------------
ἔκλογ-ος (B), ον,
A picked out, choice, Ph.2.479,539;

ᾠδή Max.

Tyr.17.1.
2 ἔκλογον ὄν· μεταξὺ λόγων, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκλογος — (I) ἔκλογος, ο (Α) 1. διήγηση 2. ισολογισμός. (II) ἔκλογος, ον (AM) μσν. παράλογος αρχ. εκλεκτός, διαλεχτός …   Dictionary of Greek

  • ἔκλογον — ἔκλογος tale masc/fem acc sg ἔκλογος tale neut nom/voc/acc sg ἔκλογος tale masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλόγου — ἔκλογος tale masc/fem/neut gen sg ἔκλογος tale masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλόγων — ἔκλογος tale masc/fem/neut gen pl ἔκλογος tale masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκλογα — ἔκλογος tale neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -λογος — (AM λογος) β συνθετικό πολλών προπαροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, στα οποία ο λόγος, με τη σημασία τής ομιλίας, επέχει θέση αντικειμένου τού α συνθετικού, που είναι ρήμα (φιλόλογος «φιλώ τον λόγο», δωσίλογος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.